Οι Financial Times προειδοποιούν για τους κινδύνους από τις υπέρογκες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και εξετάζουν το σενάριο απωλειών 200 δισ. δολαρίων στις αγορές.
Για τρίτη φορά μέσα σε λίγες εβδομάδες, οι τεχνολογικές μετοχές δέχονται ισχυρές πιέσεις, με τους επενδυτές να αναρωτιούνται εάν η εντυπωσιακή άνοδος των τελευταίων ετών έχει φτάσει στο τέλος της. Αυτή τη φορά, όμως, οι ανησυχίες είναι εντονότερες, καθώς πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι οι αποτιμήσεις των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μην ανταποκρίνονται στις πραγματικές οικονομικές τους δυνατότητες.
Σε ανάλυσή τους, οι Financial Times εξετάζουν το ενδεχόμενο η επενδυτική έκρηξη γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη να εξελιχθεί σε μια νέα χρηματιστηριακή φούσκα, με επιπτώσεις που θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα όρια του τεχνολογικού κλάδου.
Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη τεχνολογία έχει αποδεδειγμένη χρησιμότητα δεν σημαίνει ότι όλες οι επιχειρήσεις που επενδύουν σε αυτήν θα καταφέρουν να δικαιολογήσουν τα ποσά που έχουν ήδη διαθέσει. Όπως υπενθυμίζουν οι FT, ανάλογη ήταν η εικόνα και στην εποχή της έκρηξης των εταιρειών του διαδικτύου, στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Το διαδίκτυο άλλαξε πράγματι την οικονομία, αλλά αυτό δεν απέτρεψε την κατάρρευση των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων το 2000.
Η μεγάλη πτώση των τεχνολογικών μετοχών
Η συνεδρίαση της Πέμπτης 5 Νοεμβρίου έφερε νέες ισχυρές απώλειες στη Wall Street. Ο Nasdaq υποχώρησε κατά περίπου 5%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση των τελευταίων 19 μηνών.
Οι μεγαλύτερες πιέσεις καταγράφηκαν στις εταιρείες που έχουν συνδέσει τη δραστηριότητά τους με την κατασκευή των υποδομών για την τεχνητή νοημοσύνη. Η μετοχή της CoreWeave έχασε 10% μέσα σε μία ημέρα, ενώ από το υψηλό του Μαΐου οι συνολικές απώλειές της έφτασαν το 70%. Η Sandisk υποχώρησε κατά 22% και η Micron κατά 17%.
Οι επενδυτές εμφανίζονται πλέον περισσότερο επιφυλακτικοί απέναντι σε επιχειρήσεις που χρειάζονται τεράστια κεφάλαια για να επεκτείνουν τις εγκαταστάσεις τους, χωρίς να είναι ακόμη σαφές πότε και σε ποιο βαθμό αυτές οι δαπάνες θα μετατραπούν σε κέρδη.
Τα δάνεια και οι επενδύσεις μεταξύ εταιρειών του ίδιου κλάδου
Ένα από τα σημεία που προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία αφορά τον τρόπο χρηματοδότησης της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης.
Η κατασκευή κέντρων δεδομένων, η προμήθεια πανάκριβου εξοπλισμού και η εξασφάλιση της απαραίτητης υπολογιστικής ισχύος απαιτούν επενδύσεις δισεκατομμυρίων. Μεγάλο μέρος αυτής της επέκτασης στηρίζεται σε δανεισμό, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι χρηματοδοτικές συμφωνίες είναι ιδιαίτερα σύνθετες.
Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) έχει επισημάνει ένα ακόμη χαρακτηριστικό της αγοράς: σημαντικό μέρος των χρημάτων που επενδύονται σε εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης προέρχεται από άλλες επιχειρήσεις του ίδιου κλάδου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της BIS, σχεδόν το 29% της αξίας των επενδυτικών συμφωνιών στις οποίες συμμετείχαν εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης κατευθύνθηκε σε άλλες εταιρείες του κλάδου. Παράλληλα, περισσότερο από το 55% των επενδύσεων που δέχθηκαν αυτές οι επιχειρήσεις προήλθε από άλλες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης.
Αυτή η αλληλεξάρτηση μπορεί να γίνει επικίνδυνη εάν περιοριστεί η χρηματοδότηση. Μια εταιρεία που αντιμετωπίζει δυσκολίες ενδέχεται να επηρεάσει τους επενδυτές, τους προμηθευτές και τους συνεργάτες της, δημιουργώντας προβλήματα σε ολόκληρη την αλυσίδα.
Οι αντιδράσεις για τα κέντρα δεδομένων στις ΗΠΑ
Πρόσθετη πίεση στις τεχνολογικές επιχειρήσεις ασκούν οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών στις ΗΠΑ για την κατασκευή νέων κέντρων δεδομένων.
Οι εγκαταστάσεις αυτές απαιτούν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και νερού, ενώ η λειτουργία τους επιβαρύνει τα τοπικά δίκτυα και προκαλεί αντιδράσεις από κατοίκους που φοβούνται ότι θα αυξηθεί το κόστος για τα νοικοκυριά.
Στις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, το ζήτημα των νέων εγκαταστάσεων βρέθηκε σε αρκετές περιπτώσεις στην εκλογική ατζέντα. Οι ψηφοφόροι τάχθηκαν επανειλημμένα υπέρ περιορισμών ή αυστηρότερων όρων για την κατασκευή τους, στέλνοντας σαφές μήνυμα στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες.
Για τις επιχειρήσεις, η εξέλιξη αυτή σημαίνει μεγαλύτερη γραφειοκρατία, αυξημένο κόστος και πιθανές καθυστερήσεις στα επενδυτικά τους σχέδια.
Όπως επισημαίνει ο Frank Flight της Citadel Securities, ορισμένα έργα ενδέχεται να μεταφερθούν σε πολιτείες με ευνοϊκότερες συνθήκες. Ωστόσο, η εξεύρεση νέων τοποθεσιών, η εξασφάλιση ηλεκτρικής ενέργειας και η έκδοση αδειών απαιτούν χρόνο. Αυτό μπορεί να καθυστερήσει την ολοκλήρωση των έργων και να αυξήσει το κόστος τους.
Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο για τις εταιρείες που έχουν ήδη δανειστεί μεγάλα ποσά, υπολογίζοντας ότι οι εγκαταστάσεις τους θα λειτουργήσουν σύμφωνα με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα.
Το σενάριο για απώλειες 200 δισ. δολαρίων
Οι συνέπειες μιας σοβαρής υποχώρησης της αγοράς της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαν να επεκταθούν πολύ πέρα από τις μετοχές των τεχνολογικών εταιρειών.
Ο Dario Perkins της ερευνητικής εταιρείας TS Lombard παρουσίασε τον Οκτώβριο ένα δυσμενές σενάριο για την πορεία των αγορών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, μια μεγάλη κατάρρευση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλειες τουλάχιστον 30% για τις αμερικανικές μετοχές και σε πιστωτικές ζημιές που θα έφταναν έως τα 200 δισ. δολάρια.
Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν αποκλείεται να ακολουθήσει κύμα αθετήσεων δανειακών υποχρεώσεων από επιχειρήσεις που έχουν επενδύσει μεγάλα ποσά στην ανάπτυξη υποδομών για την τεχνητή νοημοσύνη.
Ο Perkins διευκρινίζει ότι πρόκειται για ένα δυσμενές σενάριο και όχι για πρόβλεψη της πορείας των αγορών. Οι εκτιμήσεις του, ωστόσο, δείχνουν πόσο μεγάλη έχει γίνει η έκθεση του αμερικανικού χρηματιστηρίου στον συγκεκριμένο κλάδο.
Πότε θα φανεί εάν οι επενδύσεις αποδίδουν
Για τους επενδυτές, το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η τεχνολογική πρόοδος, αλλά το κατά πόσο οι επιχειρήσεις θα μπορέσουν να εμφανίσουν έσοδα και κέρδη ανάλογα με τα κεφάλαια που έχουν διαθέσει.
Οι εταιρείες που αναπτύσσουν υποδομές για την τεχνητή νοημοσύνη καλούνται να δικαιολογήσουν τις υψηλές αποτιμήσεις τους, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος χρηματοδότησης, ενεργειακούς περιορισμούς και καθυστερήσεις στην υλοποίηση των σχεδίων τους.
Οι Financial Times επισημαίνουν ότι η πρόσφατη αναταραχή μπορεί να αποδειχθεί προσωρινή. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο μιας βαθύτερης υποχώρησης, η οποία θα επηρεάσει όχι μόνο τις τεχνολογικές μετοχές αλλά και την ευρύτερη αγορά.
Η σύγκριση με τη φούσκα του διαδικτύου παραμένει επίκαιρη. Η τεχνολογική επανάσταση μπορεί να αποδειχθεί πραγματική και να αλλάξει ριζικά την οικονομία. Αυτό, όμως, δεν εγγυάται ότι οι σημερινές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις θα αντέξουν στη δοκιμασία του χρόνου.
