Η πρώην υπουργός αντιμετωπίζει κατηγορίες για παραβίαση της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση
Προφυλακιστέα κρίθηκε η πρώην υπουργός Οικογένειας και Κοινωνικών Πολιτικών της Τουρκίας, Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά, στο πλαίσιο της μεγάλης έρευνας για τις ύποπτες συναλλαγές στην αγορά επενδυτικών κεφαλαίων, η οποία έχει προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας.
Η πρώην υπουργός αντιμετωπίζει κατηγορίες για παραβίαση της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
Η απόφαση για την προφυλάκισή της εκδόθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής (6/11), έπειτα από την ολοκλήρωση της απολογίας της ενώπιον της Εισαγγελίας Κωνσταντινούπολης. Η διαδικασία διήρκεσε δύο ώρες και 15 λεπτά, προτού η Καγιά παραπεμφθεί στο αρμόδιο δικαστήριο με αίτημα την προσωρινή κράτησή της.
Στην ίδια υπόθεση ελέγχθηκαν ο σύζυγός της, Ιλίας Καγιά, καθώς και ο πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου Κεφαλαιαγοράς (SPK), Ιμπραήμ Ομέρ Γκιονούλ. Και οι δύο αφέθηκαν ελεύθεροι υπό περιοριστικούς όρους, στους οποίους περιλαμβάνονται η υποχρέωση τακτικής εμφάνισης στις αρχές και η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα.
Στο μικροσκόπιο οι συναλλαγές εκατοντάδων εκατομμυρίων λιρών
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται οι συναλλαγές του ζευγαριού σε μετοχές της ναυτιλιακής εταιρείας Özata Denizcilik (OZATD), αλλά και οι σχέσεις του με στελέχη του επενδυτικού ομίλου Tera.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο εισαγγελικό αίτημα για την προφυλάκιση, η Καγιά φέρεται να αγόρασε μετοχές της συγκεκριμένης εταιρείας τον Απρίλιο του 2026 και να τις μεταβίβασε στις 16 Σεπτεμβρίου, μία ημέρα πριν από την απόφαση των τουρκικών εποπτικών αρχών για την εκκαθάριση 131 επενδυτικών κεφαλαίων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή. Σύμφωνα με την εισαγγελική εκδοχή, οι μετοχές δεν πωλήθηκαν μέσω της συνήθους διαδικασίας στο χρηματιστήριο, αλλά μεταβιβάστηκαν απευθείας στην Tera Yatırım Menkul Değerler AŞ, με το αντίτιμο να πιστώνεται στον λογαριασμό της πρώην υπουργού την ίδια ημέρα.
Οι εισαγγελικές αρχές επισημαίνουν ότι η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε με τη διαδικασία T+0, δηλαδή με άμεση εκκαθάριση, αντί του συνήθους χρονικού διαστήματος T+2, κατά το οποίο τα χρήματα από την πώληση μετοχών πιστώνονται συνήθως δύο εργάσιμες ημέρες αργότερα.
Παράλληλα, στο πλαίσιο της έρευνας εξετάστηκαν οι επαφές της Καγιά με στελέχη του ομίλου Tera, μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρός του, Εμρέ Τεζμέν, ο οποίος έχει επίσης συλληφθεί. Έκθεση του Συμβουλίου Κεφαλαιαγοράς φέρεται να καταγράφει ενδείξεις ότι η πρώην υπουργός ενδέχεται να είχε πρόσβαση σε μη δημοσιοποιημένες πληροφορίες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την τιμή των μετοχών ή τις επενδυτικές αποφάσεις.
Οι εισαγγελείς εκτιμούν ότι ο χρόνος και ο τρόπος πραγματοποίησης της συναλλαγής, σε συνδυασμό με τις επαφές της με στελέχη του επενδυτικού ομίλου, αποτελούν στοιχεία που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης ως προς το ενδεχόμενο προνομιακής πληροφόρησης.
Κέρδη περίπου 2,1 δισ. λιρών για το ζευγάρι
Ιδιαίτερη διάσταση στην υπόθεση δίνουν τα ποσά που φέρεται να αποκόμισε το ζευγάρι από τις επενδύσεις του. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε το Türkiye Today, η συνολική αρχική τοποθέτηση της Καγιά και του συζύγου της ανήλθε σε περίπου 163,1 εκατομμύρια τουρκικές λίρες, ενώ τα ποσά που φέρονται να εισέπραξαν από τις επενδύσεις τους έφτασαν περίπου τα 2,1 δισ. λίρες.
Οι αποδόσεις αυτές, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο ελέγχου των αρχών, συνδέονται με τις συναλλαγές σε μετοχές και επενδυτικά κεφάλαια που εξετάζονται στο πλαίσιο της ευρύτερης έρευνας.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι περιουσίες και οι τραπεζικοί λογαριασμοί του ζευγαριού είχαν δεσμευτεί από τις 29 Σεπτεμβρίου. Αργότερα, οι δύο επενδυτές φέρονται να εντάχθηκαν σε διαδικασία οικειοθελούς επιστροφής των κερδών που υπερέβαιναν το αρχικό κεφάλαιο, με τα σχετικά ποσά να μεταφέρονται σε λογαριασμό υπό την εποπτεία του Ταμείου Ασφάλισης Καταθέσεων Ταμιευτηρίου (TMSF), έπειτα από σχετική εισαγγελική έγκριση.
Η Καγιά και ο σύζυγός της αρνούνται ότι είχαν στη διάθεσή τους προνομιακές πληροφορίες που θα μπορούσαν να τους προσφέρουν πλεονέκτημα στις επενδυτικές τους κινήσεις.
Σκάνδαλο με εκατοντάδες χιλιάδες επενδυτές
Η υπόθεση εντάσσεται σε μια ευρύτερη έρευνα για τις ανωμαλίες στην τουρκική αγορά κεφαλαίου, η οποία πυροδοτήθηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου, όταν αρκετά επενδυτικά κεφάλαια αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στα αιτήματα των επενδυτών για ανάληψη των χρημάτων τους.
Στις 17 Σεπτεμβρίου, το Συμβούλιο Κεφαλαιαγοράς της Τουρκίας διέταξε την εκκαθάριση 131 επενδυτικών κεφαλαίων, επιχειρώντας να περιορίσει τις επιπτώσεις της κρίσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Türkiye Today, η απόφαση επηρέασε περισσότερους από 455.000 επενδυτές, ενώ η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων των συγκεκριμένων κεφαλαίων υπολογιζόταν σε περίπου 936,3 δισ. τουρκικές λίρες.
Η έρευνα έχει επεκταθεί σε στελέχη χρηματοπιστωτικών και εποπτικών οργανισμών, ενώ στο μικροσκόπιο έχουν βρεθεί και πρόσωπα που κατείχαν σημαντικές θέσεις στην τουρκική χρηματοπιστωτική αγορά.
Σύμφωνα με στοιχεία που ανακοίνωσε ο υπουργός Δικαιοσύνης της Τουρκίας, Ακίν Γκιουρλέκ, η ευρύτερη έρευνα είχε φτάσει τους 433 υπόπτους. Από αυτούς, 112 είχαν προφυλακιστεί, 186 είχαν τεθεί υπό δικαστικό έλεγχο, ενώ 38 αναζητούνταν με εντάλματα σύλληψης. Παράλληλα, είχαν δεσμευτεί περιουσιακά στοιχεία 359 φυσικών προσώπων και 111 νομικών οντοτήτων.
Η πολιτική διάσταση της υπόθεσης
Η προφυλάκιση της Καγιά αποκτά και πολιτική διάσταση, καθώς η ίδια είχε διατελέσει αντιπρόεδρος του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου, μετά τη δημοσιοποίηση των καταγγελιών για τις επενδυτικές της κινήσεις, παραιτήθηκε από τη θέση της στην ηγεσία του κόμματος και αποχώρησε από τις υπόλοιπες κομματικές της θέσεις.
Την ίδια περίοδο, ο πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), Οζγκιούρ Οζέλ, είχε θέσει ζήτημα ίσης μεταχείρισης απέναντι στον νόμο, συγκρίνοντας τον χειρισμό της υπόθεσης με εκείνον άλλων προσώπων της αντιπολίτευσης.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δήλωσε ότι όσοι εμπλέκονται σε χειραγώγηση των κεφαλαιαγορών θα λογοδοτήσουν, υπογραμμίζοντας ότι η δικαιοσύνη διερευνά την υπόθεση και εντοπίζει τους υπευθύνους.
Η έρευνα συνεχίζεται, με τις τουρκικές αρχές να εξετάζουν τις συναλλαγές, τις διασυνδέσεις μεταξύ επενδυτικών ομίλων και εποπτικών στελεχών, καθώς και το ενδεχόμενο χειραγώγησης της αγοράς.
