Με ομόφωνη απόφαση και τη στήριξη του Κέβιν Γουόρς, η κεντρική τράπεζα ανέβασε το κόστος δανεισμού στο 3,75-4% και αναθεώρησε ανοδικά τον πληθωρισμό υπό το βάρος των δασμών και του πολέμου στο Ιράν
Στην πρώτη αύξηση επιτοκίων από το καλοκαίρι του 2023 προχώρησε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (FED), ανεβάζοντας το κόστος χρήματος στο εύρος του 3,75% με 4%. Η απόφαση κατά ένα τέταρτο της ποσοστιαίας μονάδας ήταν μεν προεξοφλημένη από τις χρηματαγορές, συνιστά όμως ανοιχτό ράπισμα στον Ντόναλντ Τραμπ. Και τούτο γιατί ελήφθη ομόφωνα, φέροντας την υπογραφή του ίδιου του εκλεκτού του για την προεδρία της κεντρικής τράπεζας, Κέβιν Γουόρς.
Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε επιλέξει τον Γουόρς την περασμένη άνοιξη ποντάροντας σε μια επιθετική τροχιά μείωσης των επιτοκίων. Αντ’ αυτού, η συμπόρευση του νέου κεντρικού τραπεζίτη με τη γραμμή της σύσφιξης αντανακλά, σύμφωνα τουλάχιστον με το Reuters, την ωμή παραδοχή ότι ο Λευκός Οίκος αδυνατεί να τιθασεύσει την ακρίβεια.
Τα στελέχη της Fed δεν έμειναν εκεί. Μετά τη διήμερη κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίασή τους, κατέστησαν σαφές ότι μέχρι το τέλος του έτους θα ακολουθήσει και νέα παρέμβαση, οδηγώντας τα επιτόκια στο 4% με 4,25%.
Το πληθωριστικό κοκτέιλ των δασμών και της ενέργειας
Η υποχώρηση της τράπεζας αποτυπώνεται καθαρά στα μακροοικονομικά δεδομένα. Η Fed αναθεώρησε επί τα χείρω την εκτίμησή της για τον πληθωρισμό στο τέλος του 2026, ανεβάζοντας την πρόβλεψη στο 3,7% έναντι του 3,6% που υπολόγιζε τον Ιούνιο.
Οι διαβεβαιώσεις του Τραμπ για αποκλιμάκωση των τιμών προσέκρουσαν στις συνέπειες της ίδιας της πολιτικής του και των γεωπολιτικών εξελίξεων. Οι επιβαρύνσεις από τους δασμούς στα εισαγόμενα προϊόντα, το βαρύ ενεργειακό σοκ μετά το ξέσπασμα του πολέμου ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, αλλά και οι τεράστιες επενδύσεις κεφαλαίου γύρω από την έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης συντηρούν ακέραιες τις πληθωριστικές πιέσεις. Μπροστά σε αυτή την εικόνα, η ηγεσία της κεντρικής τράπεζας επέλεξε να πατήσει φρένο, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού ώστε να ανακόψει την άνοδο του κόστους ζωής.
