Τι αναφέρει στην επιστολή του ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Τουρκίας στον ΟΗΕ και τι απαντούν διπλωματικές πηγές από την Αθήνα
Νέα επιστολή κατά της Ελλάδας έστειλε η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Τουρκίας στον ΟΗΕ προς τον γενικό γραμματέα του οργανισμού με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2026.
«Κατόπιν οδηγιών της κυβέρνησής μου, σε σχέση με τη διαβατική σημείωση της 27ης Μαΐου 2025 της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Λιβύης στα Ηνωμένα Έθνη και το παράρτημά της (A/79/916), τη διαβατική σημείωση της 5ης Αυγούστου 2025 της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελλάδας στα Ηνωμένα Έθνη (A/79/983), της ανακοίνωσης της 18ης Αυγούστου 2025 της αντιπροσωπείας της ελληνοκυπριακής διοίκησης της Νότιας Κύπρου (A/79/997-S/2025/519), τη διαβατική νότα της 3ης Σεπτεμβρίου 2025 της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελλάδας στα Ηνωμένα Έθνη (A/79/1005) και την επιστολή της 8ης Σεπτεμβρίου 2025 του Μόνιμου Αντιπροσώπου της Αιγύπτου στα Ηνωμένα Έθνη (A/80/386), θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας στα ακόλουθα. Δεν υπάρχει καμία αρχή που να είναι νομικά ή de facto αρμόδια να εκπροσωπεί από κοινού τους Τουρκοκύπριους και τους Ελληνοκύπριους, καθώς και το σύνολο του νησιού της Κύπρου», αναφέρει στην επιστολή του ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Τουρκίας.
Και συνεχίζει: «Όσον αφορά το κυπριακό ζήτημα, οι θέσεις της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων έχουν εξηγηθεί σε πολυάριθμες επιστολές στο παρελθόν, με πιο πρόσφατη αυτή της 28ης Δεκεμβρίου 2024 (A/79/711-S/2024/987). Όσον αφορά τα θαλάσσια σύνορα της Τουρκίας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η Τουρκία έχει ήδη υποβάλει στα Ηνωμένα Έθνη τα όρια διαφόρων τμημάτων των θαλάσσιων περιοχών της στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως αρμόζει, με βάση τα ipso facto και ab initio νομικά και κυριαρχικά δικαιώματά της, ιδίως μέσω των σημειωμάτων της Μόνιμης Αντιπροσωπείας αριθ. 2004/Turkuno DT/4739, της 2ας Μαρτίου 2004, 2005/ Turkuno DT/16390, της 4ης Οκτωβρίου 2005, και 2013/14136816/22273, της 12ης Μαρτίου 2013, καθώς και με τις επιστολές της της 25ης Απριλίου 2014 (A/68/857), της 18ης Μαρτίου 2019 (A/73/804) και 13 Νοεμβρίου 2019 (A/74/550) και 27 Φεβρουαρίου 2020 (A/74/727)».
Αθήνα: Οι ευφάνταστες τουρκικές ερμηνείες θα απαντηθούν δεόντως
«Ήταν εν πολλοίς αναμενόμενη και δεν προκαλεί έκπληξη», αναφέρουν διπλωματικές πηγές για την επιστολή της Τουρκίας.
«Η εν λόγω επιστολή, που απορρίπτεται εκ μέρους της Ελλάδας και θα απαντηθεί δεόντως, αναπαράγει τις γνωστές πλην όμως ευφάνταστες και αυθαίρετες ερμηνείες του Διεθνούς Δικαίου, και ειδικότερα του Δικαίου της Θάλασσας, στις οποίες συχνά επιδίδεται η Τουρκία, αμφισβητώντας, για μια ακόμη φορά, τα νόμιμα δικαιώματα της χώρας μας, ενώ επιμένει να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος μέλος της ΕΕ και του ΟΗΕ», τονίζουν οι ίδιες πηγές.
«Επισημαίνεται ότι η επανάληψη νομικά ανυπόστατων ισχυρισμών δεν τους προσδίδει αξία και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Ως γνωστόν, οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν ήδη κατ’ επανάληψη απαντηθεί με επιστολές μας προς τα Ηνωμένα Έθνη, στις οποίες υπενθυμίζουμε, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας, στην οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, μεταξύ κρατών με παρακείμενες ή αντικείμενες ακτές, τα νησιά, έχουν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες, όπως και τα ηπειρωτικά εδάφη», σημειώνουν.
«Θα πρέπει συνεπώς η Τουρκία να συνταχθεί με τις επιταγές του Δικαίου της Θάλασσας, προς όφελος των σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ των δύο χωρών μας, όπως και της σταθερότητας και της συνεργασίας στην περιοχή», καταλήγουν.
